Η επιδίωξη του αγιασμού

(Από το βιβλίο του Jerry Bridges: The Pursuit of Holiness, «Η επιδίωξη της αγιασμού»)

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο αγρότης οργώνει το χωράφι του, σπέρνει τον σπόρο, λιπαίνει και καλλιεργεί—ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει ότι, σε τελική ανάλυση, εξαρτάται ολοκληρωτικά από δυνάμεις έξω από τον εαυτό του. Ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει τον σπόρο να βλαστήσει, ούτε μπορεί να προκαλέσει τη βροχή και τη λιακάδα που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη και τη συγκομιδή της σοδειάς. Για μια επιτυχημένη συγκομιδή, εξαρτάται από φυσικούς νόμους και συνθήκες που προέρχονται μόνο από τον Θεό. Ωστόσο,  γνωρίζει ακόμη, αν δεν επιδιώξει με επιμέλεια την ευθύνη του να οργώσει, να σπείρει, να λιπάνει και να καλλιεργήσει, δεν μπορεί να περιμένει πλούσια συγκομιδή στο τέλος της εποχής. Κατά κάποιον τρόπο, βρίσκεται σε μια συνεργασία με τον Θεό και θα απολαύσει τα οφέλη της μόνο όταν εκπληρώσει τις δικές του ευθύνες.

Η γεωργία είναι μια κοινή συνεργασία ανάμεσα στον Θεό και τον αγρότη. Ο αγρότης δεν μπορεί να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει ο Θεός και ο Θεός δεν θα κάνει αυτό που οφείλει να κάνει ο αγρότης. Μπορούμε να πούμε με την ίδια ακρίβεια ότι και η επιδίωξη του αγιασμού είναι μια κοινή συνεργασία ανάμεσα στον Θεό και τον χριστιανό. Κανείς δεν μπορεί να φτάσει σε οποιοδήποτε βαθμό αγιασμού, χωρίς ο Θεός να εργάζεται στη ζωή του· αλλά εξίσου βέβαιο είναι ότι κανείς δεν θα τον φτάσει, χωρίς προσωπική προσπάθεια.

Ο Θεός έχει καταστήσει δυνατό για εμάς να περπατούμε σε αγιασμό. Όμως έχει δώσει σε εμάς την ευθύνη να κάνουμε αυτό το «περπάτημα»· δεν το κάνει Εκείνος για εμάς. Εμείς οι χριστιανοί απολαμβάνουμε πολύ να μιλάμε για την πρόνοια του Θεού—για το πώς ο Χριστός νίκησε την αμαρτία στον σταυρό και μας έδωσε το Άγιο Πνεύμα Του, για να μας ενδυναμώνει σε νίκη πάνω στην αμαρτία. Όμως δεν μιλάμε με την ίδια προθυμία για τη δική μας ευθύνη να περπατούμε σε αγιασμό για δύο βασικούς λόγους:

Πρώτον, απλώς διστάζουμε να αντιμετωπίσουμε την ευθύνη μας. Προτιμούμε να την αφήνουμε στον Θεό. Προσευχόμαστε για νίκη, ενώ γνωρίζουμε ότι θα έπρεπε να ενεργούμε με υπακοή. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν κατανοούμε σωστά τη διάκριση ανάμεσα στην πρόνοια του Θεού και στη δική μας ευθύνη για τον αγιασμό. Πάλεψα για αρκετά χρόνια με το ερώτημα: «Τι πρέπει να κάνω εγώ ο ίδιος και σε τι πρέπει να στηρίζομαι στον Θεό να κάνει;» Μόνο όταν άρχισα να κατανοώ τι διδάσκει η Αγία Γραφή πάνω σε αυτό το ζήτημα και αντιμετώπισα στη συνέχεια τη δική μου ευθύνη, είδα κάποια πρόοδο στην επιδίωξη του αγιασμού.

Ο τίτλος αυτού του βιβλίου προέρχεται από τη βιβλική εντολή: «Να επιδιώκετε τον αγιασμό, γιατί χωρίς αγιασμό κανείς δεν θα δει τον Κύριο» (Εβραίους 12:14, ελεύθερη απόδοση του συγγραφέα). Η λέξη «επιδιώκετε» υποδηλώνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι απαιτείται επιμέλεια και προσπάθεια· και δεύτερον, ότι πρόκειται για ένα έργο δια βίου. Αυτές οι δύο έννοιες αποτελούν το δίπτυχο θέμα που διατρέχει όλο το βιβλίο.

Ενώ προσπαθώ να παρουσιάσω με σαφήνεια και ακρίβεια την πρόνοια του Θεού για τον αγιασμό μας, έχω δώσει σκόπιμα ιδιαίτερη έμφαση στη δική μας ευθύνη, θεωρώντας ότι αυτή η έμφαση λείπει έντονα από τους χριστιανούς σήμερα. Ταυτόχρονα, επιδίωξα να τονίσω ότι ο αγιασμός είναι μια διαδικασία, κάτι που δεν φτάνουμε ποτέ πλήρως σε αυτή τη ζωή. Αντίθετα, καθώς αρχίζουμε να συμμορφωνόμαστε με το θέλημα του Θεού σε έναν τομέα της ζωής μας, Εκείνος μάς αποκαλύπτει την ανάγκη μας σε κάποιον άλλο τομέα. Γι’ αυτό και πάντοτε θα επιδιώκουμε— και δεν θα κατακτούμε πλήρως— τον αγιασμό σε αυτή τη ζωή.

Εκτός από τη δική μου προσωπική μελέτη της Αγίας Γραφής πάνω στο θέμα του αγιασμού, έχω ωφεληθεί πολύ από τα συγγράμματα των Πουριτανών — και όσων ακολούθησαν τη θεολογική τους παράδοση — σχετικά με τον αγιασμό. Σε πολλές περιπτώσεις έχω παραθέσει απευθείας αποσπάσματα από τα έργα τους, όπως υποδεικνύεται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, η φρασεολογία τους έχει επηρεάσει τον δικό μου τρόπο έκφρασης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα γραπτά του John Owen και του Δρος D. Martyn Lloyd-Jones, των οποίων τα έργα πάνω σε αυτό το θέμα υπήρξαν για μένα ανεκτίμητη προσωπική ευλογία.

Δεν ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω τα πάντα γύρω από αυτό το θέμα, ούτε μπορώ να πω ότι έχω κάνει τόσο μεγάλη προσωπική πρόοδο. Πολλές φορές, καθώς έγραφα αυτό το βιβλίο, χρειάστηκε πρώτα να εφαρμόσω όσα έγραφα στη δική μου ζωή. Όμως όσα ανακάλυψα αποδείχθηκαν ανεκτίμητης βοήθειας για μένα στην προσωπική μου επιδίωξη του αγιασμού, και ελπίζω ότι θα είναι χρήσιμα και σε όλους όσοι το διαβάσουν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ

«… η αμαρτία δεν θα σας κυριεύσει· για τον λόγο ότι, δεν είστε κάτω από νόμο, αλλά κάτω από χάρη.» (Ρωμ. 6:14)

Το διαπεραστικό κουδούνισμα του τηλεφώνου διέλυσε τη σιωπή εκείνου του όμορφου, δροσερού πρωινού στο Κολοράντο. Στην άλλη άκρη της γραμμής βρισκόταν ένας από εκείνους τους εντελώς ανυπόφορους ανθρώπους,  που ο Θεός φαίνεται να έχει σκορπίσει εδώ κι εκεί στη γη για να δοκιμάζει τη χάρη και την υπομονή των παιδιών Του. Ήταν σε μεγάλη …φόρμα εκείνο το πρωί — αλαζόνας, ανυπόμονος, απαιτητικός. Έκλεισα το τηλέφωνο,  βράζοντας μέσα μου από θυμό, αγανάκτηση και ίσως ακόμη και μίσος. Άρπαξα το σακάκι μου και βγήκα στον κρύο αέρα για να προσπαθήσω να ξαναβρώ την αυτοκυριαρχία μου. Η γαλήνη της ψυχής μου, που τόσο προσεκτικά είχα καλλιεργήσει στην «ήσυχη ώρα» μου με τον Θεό εκείνο το πρωί, είχε γίνει θρύψαλα και στη θέση της υπήρχε ένα ασταθές, συναισθηματικό ηφαίστειο που κόχλαζε. Καθώς τα συναισθήματά μου άρχισαν να καταλαγιάζουν, ο θυμός μου μετατράπηκε σε πλήρη αποθάρρυνση. Ήταν μόλις 8:30 το πρωί και η μέρα μου είχε ήδη καταστραφεί. Δεν ήμουν μόνο αποθαρρυμένος· ήμουν και μπερδεμένος. Μόλις δύο ώρες πριν είχα διαβάσει τη δυναμική δήλωση του Παύλου: «Διότι η αμαρτία δεν θα σας κυριεύσει, επειδή δεν είστε υπό νόμον αλλά υπό χάριν». Κι όμως, παρά τη θαυμάσια αυτή υπόσχεση για νίκη πάνω στην αμαρτία, εγώ βρισκόμουν  παγιδευμένος στη μέγγενη του θυμού και της πικρίας.

«Έχει στ’ αλήθεια  η Βίβλος απαντήσεις για την καθημερινή ζωή;»,  ρώτησα τον εαυτό μου εκείνο το πρωί. Με όλη μου την καρδιά επιθυμούσα να ζήσω μια υπάκουη και άγια ζωή· κι όμως, ήμουν νικημένος «κατά κράτος» εξαιτίας ενός μόνο τηλεφωνήματος! Ίσως αυτό το περιστατικό να σου φαίνεται γνώριμο. Οι περιστάσεις μπορεί να ήταν διαφορετικές, αλλά η αντίδραση σου πιθανόν να ήταν παρόμοια. Ίσως το πρόβλημά σου να είναι  ο θυμός απέναντι στα παιδιά σου, ή ο εκνευρισμός στη δουλειά, ή κάποια ανήθικη συνήθεια που δεν μπορείς να ξεπεράσεις, ή ίσως αρκετές «επίμονες αμαρτίες» που σε πολιορκούν μέρα με τη μέρα. Όποιο κι αν είναι το ιδιαίτερο πρόβλημα της αμαρτίας σου (ή τα προβλήματά σου), η Βίβλος έχει πράγματι την απάντηση για σένα. Υπάρχει ελπίδα. Εσύ κι εγώ μπορούμε να περπατούμε με υπακοή στον Λόγο του Θεού και να ζούμε μια ζωή αγιασμού. Μάλιστα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο Θεός περιμένει από κάθε χριστιανό να επιδιώκει τον αγιασμό. Αλλά ο αγιασμός δεν είναι μόνο απαίτηση· είναι και το υποσχεμένο κληρονομικό δικαίωμα κάθε χριστιανού. Η δήλωση του Παύλου είναι αληθινή. Η αμαρτία δεν θα είναι ο κυρίαρχός μας.

Η έννοια του αγιασμού ίσως να φαίνεται κάπως παρωχημένη στη σημερινή γενιά. Σε μερικούς ανθρώπους η λέξη  φέρνει στο νου εικόνες από μαλλιά πιασμένα κότσο, μακριές φούστες και μαύρες κάλτσες. Σε άλλους, η ιδέα συνδέεται με μια απωθητική «είμαι πιο άγιος από σένα» στάση. Κι όμως, ο αγιασμός  είναι βαθιά βιβλική έννοια. Η λέξη «άγιος», σε διάφορες μορφές της, εμφανίζεται περισσότερες από εξακόσιες φορές στη Βίβλο. Ένα ολόκληρο βιβλίο, το Λευιτικό, είναι αφιερωμένο σε αυτό το θέμα, που διαπνέει ολόκληρη την Αγία Γραφή. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι ο ίδιος ο Θεός μάς προστάζει να είμαστε άγιοι (βλ. Λευιτικό 11:44).

Η αντίληψη για το πώς ακριβώς μπορεί κανείς να είναι άγιος έχει επηρεαστεί από πολλές εσφαλμένες αντιλήψεις. Σε ορισμένους κύκλους, ο αγιασμός ταυτίζεται με μια σειρά από συγκεκριμένες απαγορεύσεις — συνήθως σε ζητήματα όπως το κάπνισμα, το ποτό και ο χορός. Ο κατάλογος αυτών των απαγορεύσεων διαφέρει ανάλογα με την ομάδα. Όταν ακολουθούμε αυτή την προσέγγιση, κινδυνεύουμε να γίνουμε σαν τους Φαρισαίους, με τους ατελείωτους καταλόγους από επουσιώδη «πρέπει» και «μη», καθώς και με τη στάση της αυτοδικαίωσης που τους χαρακτήριζε. Για άλλους, ο αγιασμός σημαίνει έναν ιδιαίτερο τρόπο ένδυσης και συμπεριφοράς. Και για κάποιους άλλους, σημαίνει ανέφικτη τελειότητα  — μια ιδέα που καλλιεργεί στον άνθρωπο είτε αυταπάτη είτε αποθάρρυνση απέναντι στην αμαρτία του.

Όλες αυτές οι αντιλήψεις, αν και ισχύουν σε κάποιο βαθμό, δεν αποδίδουν την πραγματική  έννοια. Το να είναι κάποιος άγιος σημαίνει να είναι ηθικά άμεμπτος.[1] Σημαίνει να είναι χωρισμένος από την αμαρτία και, επομένως, αφιερωμένος στον Θεό. Η λέξη δηλώνει «χωρισμό για τον Θεό και την αρμόζουσα συμπεριφορά εκείνων που έχουν έτσι χωριστεί».[2]

Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε την έννοια του αγιασμού είναι να προσέξουμε πώς χρησιμοποιούν τη λέξη οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης. Στην Α΄ Θεσσαλονικείς 4:3–7, ο Παύλος χρησιμοποιεί τον όρο σε αντίθεση προς μια ζωή ανηθικότητας και ακαθαρσίας. Ο Πέτρος τον αντιπαραθέτει  με τις κακές επιθυμίες που είχαμε όταν ζούσαμε μακριά από τον Χριστό (Α΄ Πέτρου 1:14–16). Ο Ιωάννης αντιδιαστέλλει εκείνον που είναι άγιος με εκείνους που πράττουν την αδικία και ζουν μέσα στη διαφθορά (Αποκάλυψη 22:11).

Επομένως, το να ζει κανείς άγια ζωή σημαίνει να ζει σύμφωνα με τις ηθικές αρχές της Γραφής και σε αντίθεση με τις αμαρτωλές οδούς του κόσμου. Ο απόστολος Παύλος προτρέπει σχετικά τους Εφεσίους: «να αποβάλετε από πάνω σας τον παλιό άνθρωπο, αυτόν κατά την προηγούμενη διαγωγή, που φθείρεται σύμφωνα με τις απατηλές επιθυμίες· και να ανανεώνεστε στο πνεύμα τού νου σας, και να ντυθείτε τον καινούργιο άνθρωπο, που κτίστηκε σύμφωνα με τον Θεό, με δικαιοσύνη και οσιότητα της αλήθειας.» (Εφεσίους 4:22 – 24).

Αν, λοιπόν, ο αγιασμός είναι τόσο βασικός για τη χριστιανική ζωή, γιατί δεν τον βιώνουμε περισσότερο στην καθημερινότητά μας; Γιατί τόσο πολλοί χριστιανοί αισθάνονται διαρκώς ηττημένοι στον αγώνα τους με την αμαρτία; Γιατί η Εκκλησία του Ιησού Χριστού φαίνεται τόσο συχνά να έχει προσαρμοστεί περισσότερο στον κόσμο που την περιβάλλει παρά στον Θεό;

Με τον κίνδυνο κάποιας υπεραπλούστευσης, οι απαντήσεις σε αυτά τα προβλήματα μπορούν να ομαδοποιηθούν σε τρεις βασικούς τομείς:

Το πρώτο μας πρόβλημα είναι ότι η στάση μας απέναντι στην αμαρτία είναι περισσότερο εγωκεντρική παρά θεοκεντρική. Μας απασχολεί περισσότερο η δική μας «νίκη» πάνω στην αμαρτία, παρά το γεγονός ότι οι αμαρτίες μας λυπούν την καρδιά του Θεού. Δεν μπορούμε να ανεχθούμε την αποτυχία στον αγώνα μας με την αμαρτία, επειδή είμαστε κυρίως προσανατολισμένοι στην επιτυχία.

Ο W. S. Plumer είπε: «Δεν θα αντιμετωπίσουμε ποτέ σωστά την αμαρτία, μέχρι να τη δούμε ως αμαρτία κατά του Θεού. Κάθε αμαρτία είναι εναντίον του Θεού υπό την έννοια ότι ο νόμος Του παραβιάζεται, η εξουσία Του περιφρονείται και η διακυβέρνησή Του παραμερίζεται. Ο Φαραώ, ο Βαλαάμ, ο Σαούλ και ο Ιούδας είπαν ο καθένας: “Αμάρτησα”. Αλλά ο άσωτος γιος που επέστρεψε είπε: «Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν σου». Και ο Δαβίδ είπε:  «Θεέ, σε σένα, σε Σένα μόνο αμάρτησα και έκανα το πονηρό μπροστά Σου».[3]

Ο Θεός θέλει να περπατούμε σε υπακοή — όχι να επιδιώκουμε απλώς την επιτυχία και τη νίκη, επειδή η υπακοή  είναι στραμμένη προς τον Θεό, η νίκη όμως προς τον εαυτό μας. Κάποιοι ίσως να θεωρούν ότι λεπτολογούμε, αναλύοντας αχρείαστα τη σημασία λέξεων, όμως υπάρχει μια ύπουλη, εγωκεντρική στάση στη ρίζα πολλών από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε με την αμαρτία. Μέχρι να αναγνωρίσουμε αυτή τη στάση και να την αποβάλουμε, δεν θα περπατούμε με συνέπεια προς τον αγιασμό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός δεν θέλει να βιώνουμε τη νίκη, αλλά  να τονίσει πως η νίκη είναι  αποτέλεσμα  της υπακοής μας σε Εκείνον. Καθώς επικεντρωνόμαστε στο να ζούμε με επιμέλεια στην πορεία μας προς τον αγιασμό, θα βιώνουμε οπωσδήποτε τη χαρά της νίκης πάνω στην αμαρτία.

Το δεύτερο πρόβλημά μας είναι ότι έχουμε παρεξηγήσει το «ζω δια της πίστεως» (Γαλάτας 2:20), νομίζοντας ότι δεν απαιτείται καμία προσπάθεια για τον αγιασμό από μέρους μας. Στην πραγματικότητα, μερικές φορές έχουμε φτάσει ακόμη και στο σημείο να υπονοούμε ότι κάθε προσπάθεια από μέρους μας είναι «σαρκική».

Τα λόγια του J. C. Ryle, επισκόπου του Λίβερπουλ από το 1880 έως το 1900, είναι διδακτικά για εμάς σε αυτό το σημείο: «Είναι άραγε σοφό να διακηρύσσεται τόσο ωμά, απροκάλυπτα και χωρίς καμία επιφύλαξη — όπως κάνουν πολλοί — ότι ο αγιασμός των αναγεννημένων ανθρώπων είναι μόνο δια της πίστεως και καθόλου μέσω προσωπικής προσπάθειας; Είναι αυτό σύμφωνο με το σύνολο της διδασκαλίας του Λόγου του Θεού; Αμφιβάλλω. Το ότι η πίστη στον Χριστό είναι η ρίζα κάθε αγιασμού … κανένας καλά διδαγμένος χριστιανός δεν θα σκεφτεί ποτέ να το αρνηθεί. Οι Γραφές όμως μάς διδάσκουν επίσης ότι, στην επιδίωξη του αγιασμού, ο αληθινός χριστιανός χρειάζεται προσωπική προσπάθεια και αγώνα, καθώς και πίστη.»[4]

Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι έχουμε προσωπική ευθύνη για την πορεία μας στον αγιασμό. Κάποια Κυριακή, ο ποιμένας μας είπε στο κήρυγμά του περίπου τα εξής: «Μπορείς να αποβάλεις εκείνη τη συνήθεια που σε έχει κυριεύσει, αν πραγματικά το επιθυμείς». Επειδή αναφερόταν σε μια συγκεκριμένη συνήθεια που δεν αποτελούσε πρόβλημα για μένα, συμφώνησα αμέσως μέσα μου.

Όμως τότε το Άγιο Πνεύμα μού είπε: «Και εσύ μπορείς να αποβάλεις τις αμαρτωλές συνήθειες που σε πολιορκούν, αν αποδεχθείς την προσωπική σου ευθύνη γι’ αυτές». Η αναγνώριση ότι όντως είχα αυτή την ευθύνη, αποδείχθηκε ορόσημο για μένα στη δική μου επιδίωξη του αγιασμού.

Το τρίτο μας πρόβλημα είναι ότι δεν παίρνουμε ορισμένες αμαρτίες στα σοβαρά. Έχουμε, μέσα στο μυαλό μας, κατηγοριοποιήσει τις αμαρτίες σε εκείνες που είναι απαράδεκτες και σε εκείνες που μπορούν να γίνουν «ανεκτές» σε κάποιο βαθμό. Ένα περιστατικό που συνέβη λίγο πριν ολοκληρωθεί αυτό το βιβλίο, δείχνει καθαρά αυτό το πρόβλημα. Το γραφείο μας χρησιμοποιούσε ένα τροχόσπιτο ως προσωρινό χώρο εργασίας, εν αναμονή της καθυστερημένης ολοκλήρωσης των νέων εγκαταστάσεων. Επειδή η περιουσία μας δεν είχε πολεοδομική άδεια για χρήση τροχόσπιτων, ήμασταν υποχρεωμένοι να εξασφαλίσουμε ειδική άδεια (παρέκκλιση) για να χρησιμοποιούμε το τροχόσπιτο. Η άδεια αυτή έπρεπε να ανανεωθεί αρκετές φορές. Η τελευταία ανανέωση έληξε ακριβώς τη στιγμή που οι νέες εγκαταστάσεις είχαν ολοκληρωθεί, αλλά πριν προλάβουμε να μετακομίσουμε οργανωμένα και με τάξη. Αυτό προκάλεσε έναν σοβαρό προβληματισμό για τον χώρο όπου στεγαζόταν το τροχόσπιτο.

Σε μια σύσκεψη όπου συζητήθηκε αυτό το πρόβλημα, τέθηκε το ερώτημα: «Τι διαφορά θα έκανε αν δεν μετακινούσαμε αυτό το τμήμα για λίγες μέρες;» Πράγματι, τι διαφορά θα έκανε; Άλλωστε, το τροχόσπιτο ήταν κρυμμένο πίσω από μερικούς λόφους, όπου κανείς δεν θα το έβλεπε. Και νομικά δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να μετακινήσουμε το τροχόσπιτο· απλώς να το εκκενώσουμε. Οπότε, τι σημασία θα είχε αν παραμέναμε λίγες μέρες ακόμη πέρα από την άδεια; Μήπως η επιμονή στην  κατά γράμμα τήρηση του νόμου είναι μια σχολαστική νομικίστικη υπερβολή; Όμως η Γραφή λέει ότι «οι μικρές αλεπούδες αφανίζουν τα αμπέλια» (Άσμα Ασμάτων 2:15). Είναι οι συμβιβασμοί στα μικρά ζητήματα που οδηγούν σε μεγαλύτερες πτώσεις. Και ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι μια μικρή παραβίαση του πολιτικού νόμου δεν είναι σοβαρή αμαρτία ενώπιον του Θεού;

Σχολιάζοντας ορισμένους από τους πιο λεπτομερείς διατροφικούς νόμους της Παλαιάς Διαθήκης που έδωσε ο Θεός στον λαό Ισραήλ, ο Andrew Bonar είπε:

«Δεν είναι η σπουδαιότητα του πράγματος, αλλά η μεγαλοπρέπεια του Νομοθέτη, που πρέπει να αποτελεί το μέτρο της υπακοής… Μερικοί, πράγματι, μπορεί να θεωρήσουν τέτοιους λεπτομερειακούς και φαινομενικά αυθαίρετους κανόνες ως ασήμαντους. Όμως η αρχή που καθορίζει την υπακοή ή την ανυπακοή δεν είναι άλλη από την ίδια αρχή που δοκιμάστηκε στην Εδέμ, μπροστά στο απαγορευμένο δέντρο. Στην ουσία, το βασικό ερώτημα είναι τούτο: Πρέπει  να υπακούμε τον Κύριο σε όλα όσα διατάζει; Είναι άγιος Νομοθέτης; Είναι τα δημιουργήματά Του υποχρεωμένα να συγκατατίθενται πλήρως και αμέσως στο θέλημά Του;»[5]

Είμαστε άραγε πρόθυμοι να ονομάζουμε την αμαρτία ως «αμαρτία», όχι επειδή είναι μεγάλη ή μικρή, αλλά επειδή ο νόμος του Θεού την απαγορεύει; Δεν μπορούμε να κατηγοριοποιούμε την αμαρτία, αν θέλουμε να ζούμε μια ζωή αγιασμού. Ο Θεός δεν θα μας αφήσει να απατάμε τον εαυτό μας, ακολουθώντας μια τέτοια στάση. Είμαστε άραγε πρόθυμοι να αρχίσουμε να βλέπουμε την αμαρτία ως προσβολή εναντίον του αγίου Θεού και όχι απλώς ως μια προσωπική ήττα; Η αγιότητα αρχίζει — όχι από εμάς, αλλά από τον Θεό. Μόνο όταν δούμε τη δική Του αγιότητα, την απόλυτη καθαρότητά Του και την ηθική απέχθειά Του προς την αμαρτία, θα συνειδητοποιήσουμε πόσο ειδεχθής είναι η αμαρτία ενώπιόν Του. Το να μας συνεπάρει αυτή η αλήθεια είναι το πρώτο βήμα στην επιδίωξη του αγιασμού.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Strong’s Exhaustive Concordance of the Bible (New York: Abingdon Press, 1890), p. 7 of the “Greek Dictionary of the New Testament.”

[2] W. E. Vine, An Expository Dictionary of New Testament Words (1940; single volume edition, London: Oliphants, Ltd., 1957), pp. 225–226.

[3] William S. Plumer, Psalms (1867; reprint edition, Edinburgh: The Banner of Truth Trust, 1975), p. 557

[4] J. C. Ryle, Holiness (1952 edition, London: James Clarke & Co.), p. viii.

[5] Andrew Bonar, A Commentary on Leviticus (1846; reprint edition, Edinburgh: The Banner of Truth Trust, 1972), p. 218.

Comments are closed.